Ο φετιχισμός του γυναικείου σώματος

ΑΡΙΕΛ ΛΙΒΙ, Θηλυκές φαλλοκράτισες, Οι γυναίκες και η ανερχόμενη κουλτούρα του ξέκωλου.

Το βιβλίο της Ariel Levy μιλά για πολλά πράγματα. Ξεκινά από μια βιομηχανία του σεξ, αυτό το είδος σεξουαλικού καπιταλισμού που ανθεί ιδιαίτερα μέσα από το διαδίκτυο και τον ψηφιακό χώρο, στον οποίο οι γυναίκες καταλαμβάνουν όλο και περισσότερο διευθυντικές θέσεις, που έχει μετατρέψει το είδωλο του σεξ σε όχημα γυναικείας εξουσίας, στις σχέσεις μεταξύ των φύλων ή μέσα στο ίδιο φύλο, αλλά και στην οικονομική και την πολιτική σκηνή∙ ένα είδωλο, ωστόσο, που εντέλει είναι παράγωγο μιας νέας δουλείας σε μια κυρίαρχη ανδρική κουλτούρα. Μιλά, επομένως, για κουλτούρες που υποτάσσουν και υποτάσσονται, για ηγεμονικές και υπάλληλες κουλτούρες κατά μια γκραμσιανή ανάγνωση. Τέλος, η Ariel Levy μιλά για μια κυρίαρχη «γλώσσα», που διαμορφώνεται αλλά και διαμορφώνει μια κυρίαρχη κουλτούρα: δίνει μια εντυπωσιακή καταγραφή ενός λεξιλογίου που αποτυπώνει σεξουαλικές συμπεριφορές και σεξουαλικούς ρόλους σε διάφορους δημόσιους κοινωνικούς χώρους: τηλεόραση, βίντεο, χώρους ψυχαγωγίας, κολλέγια, γυναικείες ομάδες. Μια κυρίαρχη γλώσσα που χρησιμοποιείται από τις γυναίκες, όλων των κοινωνικών στρωμάτων, στην Αμερική, για να περιγράψουν τις ερωτικές συμπεριφορές και δράσεις τους, το σώμα τους σε διάφορους ρόλους σε σχέση με τον εαυτό τους αλλά και με τους άλλους, άνδρες και γυναίκες: μια γλώσσα που, όπως επισημαίνει και η ίδια η Levy, συμπίπτει τελικά με το λεξιλόγιο που χρησιμοποιούν γενιές τώρα οι άνδρες για τις γυναίκες.

Υιοθετώντας την ανδρική γλώσσα, οι γυναίκες της σύγχρονης Αμερικής βιώνουν μια ψευδαίσθηση σεξουαλικής απελευθέρωσης, ενώ δεν κάνουν τίποτα άλλο παρά να επιτελούν, όπως θα έλεγε η Judith Butler, ένα νέο φυσικό είδος, ένα νέο βιολογικό φύλο, τη θηλυκή φαλλοκράτισσα, που μάλιστα διαθέτει και τη «δική» της συμβολική γλώσσα. Ο μηχανισμός είναι γνωστός ήδη από την εποχή (1975) που δημοσιεύεται το βιβλίο της Robin Lakoff, Language and Womans Place, ενώ μετά την προβληματική για το κοινωνικό φύλο και την πολιτισμική και γλωσσική συγκρότηση των έμφυλων ρόλων, είμαστε πιο υποψιασμένοι και υποψιασμένες για τους τρόπους με τους οποίους η γλώσσα δεν εκφράζει μόνο, αλλά μπορεί και να συντελέσει στη διαμόρφωση ταυτοτήτων. Δεν θα επεκταθώ σ’ αυτά γιατί δεν είναι της δικής μου αρμοδιότητας, αλλά και γιατί νομίζω ότι όλες και όλοι είμαστε πια λίγο πολύ εξοικειωμένοι με τις παραπάνω προβληματικές.

Ποια, εν τέλει, είναι η σύνθεση αυτής της «γλώσσας» που αναδεικνύει η συγγραφέας; Εδώ νομίζω πως η ελληνική μετάφραση του βιβλίου από τη Νίκη Σταυρίδη στάθηκε πολύ διαφωτιστική: α. μέσα σε μια πληθώρα λέξεων και φράσεων που δεν μεταφράζονται γιατί δεν έχουν (ακόμη;) πολιτισμικά αντίστοιχα στα ελληνικά, ανακατεύονται στοιχεία από μια μαθητική αγορίστικη αργκό που στην Αμερική καλλιεργείται στα ιδιωτικά κολλέγια, ενώ τα ελληνικά της αντίστοιχα φαίνονται να είναι ευρύτερης κοινωνικής εκπροσώπησης· β. οι υπόλοιπες λέξεις, κι εδώ θα ήθελα να σταθώ, προέρχονται από μια «λαϊκή γλώσσα» κοινής χρήσης (κώλος, βυζί, πουτάνα, τσουλί), η οποία διατηρεί στοιχεία από διάφορες παλαιότατες «αργκό», έχοντας ωστόσο αντιστρέψει με απατηλό τρόπο το αρνητικό, περιθωριακό τους πρόσημο.


Αυτές οι κλειστές και συχνά κρυπτικές-συνθηματικές γλώσσες, που τις γνωρίζουμε ιστορικά, σε ποιο βαθμό είχαν διαμορφώσει λεξιλόγια για το σώμα, τόσο το ανδρικό όσο και το γυναικείο, και τη σεξουαλικότητα; Ας πάρουμε για παράδειγμα τις γλώσσες του κόσμου της πορνείας, που βρισκόταν σε διαρκή γλωσσική συναλλαγή με διάφορους άλλους περιθωριακούς κόσμους των νεότερων χρόνων, κόσμους που κατέφευγαν ή εξορίζονταν συχνότατα  στο σκοτάδι της νύχτας, στις παρυφές των αστικών κέντρων και της αστικής κοινωνίας (μάγκες, κουτσαβάκηδες, ομοφυλόφιλοι). Θα μου πείτε, πρόκειται κατά βάση για ανδρικές κοινωνίες, οι γλώσσες των οποίων αντανακλούν τις έμφυλες σχέσεις εξουσίας και τα πρότυπα ανδρισμού που διαμορφώνουν, ακόμα και στην περίπτωση της γυναικείας πορνείας: ήδη από την εποχή της σχολής του Σικάγου, οι κοινωνιολόγοι υποστήριζαν ότι στις πόλεις της Αμερικής οι «γυναίκες του δρόμου» δεν χρησιμοποιούσαν δική τους «αργκό», ούτε καν ένα τεχνικό ερωτικό λεξιλόγιο, αλλά εκφράζονταν με τη γλώσσα των προαγωγών, των πελατών, του «κοινωνικού περιθωρίου», κατά βάση ανδρικού, μέσα στο οποίο ζούσαν, κυκλοφορούσαν και εργάζονταν. Τα πράγματα ωστόσο είναι άραγε τόσο απλά και ξεκάθαρα; Σήμερα π.χ. οι ιστορικοί αναρωτιούνται αν, τουλάχιστον για τα μεσαιωνικά και τα πρώιμα νεότερα χρόνια στην Ευρώπη, στην αυγή της συγκρότησης του νεότερου κράτους, η γυναικεία πορνεία στις πόλεις μπορούσε να διαμορφώνει δικούς της πολιτισμικούς χώρους, με τα δικά τους λεξιλόγια, τοπικά ή εθνικά, τα οποία σηματοδοτούσαν όχι μόνο τις σχέσεις ιεραρχίας και εξουσίας, τις οικονομικές στρατηγικές κλπ., αλλά και τις ερωτικές τεχνικές του σώματος στο εσωτερικό αυτού του γυναικείου επαγγελματικού κόσμου.


 Μήπως ό,τι ονομάσαμε «δυτικό πολιτισμό» είχε διεκδικήσει κάποτε περισσότερο απ’ όσο πιστεύουμε –μέσα από τις ιστορικά προσδιορισμένες ως περιθωριακές ομάδες του- το προνόμιο μιας άλλης σχέσης με το σώμα, που αποδόθηκε ιστορικά στους κόσμους της Ανατολής; Και τι απέγιναν όλες αυτές οι ευρωπαϊκές «αργκό», που μιλούσαν για το σώμα συνδέοντάς το με την κοινωνία, ανδρική ή γυναικεία, η οποία τις διαμόρφωνε και τις χρησιμοποιούσε: πέρα από κάποιες βασικές λέξεις-έννοιες που διείσδυσαν στο λαϊκό λεξιλόγιο των νεότερων ευρωπαϊκών γλωσσών, συνήθως ως υβριστικές σεξιστικές εκφράσεις με αρνητικό κοινωνικό φορτίο, το πλήθος και ο πλούτος αυτών των κλειστών γλωσσικών συστημάτων, ακόμα σήμερα, αποτυπώνεται σχεδόν μόνο λεξικογραφικά και γλωσσολογικά, κι εκεί όχι συστηματικά.


Η κυρίαρχη κουλτούρα του «ξέκωλου», όπως η μεταφράστρια αποδίδει τον όρο raunch της Ariel Levy, έρχεται να επανενεργοποιήσει απομονωμένες στοιχειώδεις λέξεις αυτού του νεότερου λαϊκού λεξιλογίου (ass, boobs, cake), για να περιγράψει ένα σώμα (γυναικείο κυρίως) κατακερματισμένο σε επίμαχα σημεία, ο ρόλος του οποίου συμπυκνώνεται σε αφαιρετικές, εικονικές πράξεις (fuck, sex, sexy). Συγχρόνως, τους αλλάζει το κοινωνικό πρόσημο: από λέξεις που δηλώνουν υποβαθμισμένους κοινωνικά χώρους και ρόλους της γυναίκας (πουτάνα, τσουλί, ξέκωλο – φαντάζομαι αντίστοιχα tart, pig, raunch στα αγγλικά, salope στα γαλλικά κ.ο.κ), λέξεις περιθωριοποιημένες ή απαγορευμένες, σ’ ένα κατά παράδοση ηθικό και συγκρατημένο αστικό (γυναικείο) λεξιλόγιο από τον 19ο αιώνα, τις πολιτογραφεί επίσημα σ’ αυτό, για να εκφράσουν τα ιδανικά ζητούμενα ενός ευρύτατου, τάχα απελευθερωμένου, γυναικείου κοινωνικού φαντασιακού, μέσα σε μια κατά τα άλλα απόλυτα συντηρητική, σχεδόν θρησκόληπτη, κοινωνία: αυτό είναι και το επικίνδυνο επιχείρημά της.
Αυτή η γλωσσική αποσωματοποίηση –συγχωρείστε μου τον άχαρο όρο— και κοινωνική μετατόπιση, δηλώνει καταρχήν μια κουλτούρα που έχει απαρνηθεί τη σωματικότητα των αισθήσεων και των συναισθημάτων της∙ ακόμα περισσότερο, έχει διαμορφώσει μια άλλη, ιδεατή, άυλη σωματικότητα: μπροστά μας παρελαύνουν ψηφιακές εικόνες σωμάτων τέλειων, λείων στην όραση και την αφή, χωρίς πρηξίματα και υγρά, χωρίς οσμές, χωρίς πόνους, χωρίς ορμονική ζωή και καθημερινές φθορές, κοριτσίστικων αλλά και αγορίστικων σωμάτων, παγιδευμένων σε μια αιώνια νεότητα, που τελικά κατασκευάζουν ένα πρότυπο, ενιαίο, άφυλο μη-σώμα.


Κυρίως, όμως, και νομίζω ότι αυτό πρέπει οπωσδήποτε να διαβάσουμε πίσω από τις γραμμές του βιβλίου της Levy, η γλώσσα αυτής της κουλτούρας συγκροτεί το απατηλό είδωλο μιας δυτικής κοινωνίας που έχει απελευθερωθεί από τις ανισότητες και τις συγκρούσεις της, όχι μόνο τις έμφυλες· και που δεν είναι μόνο αμερικάνικη, έστω κι αν παραμένει για αρκετές χώρες κουλτούρα εισαγωγής (εξ ού και η υπεροχή του αγγλικού λεξιλογίου): αρκεί μια ματιά στο πρόγραμμα της ελληνικής τηλεόρασης, ιδιαίτερα του τελευταίου χρόνου της νέο-καπιταλιστικής κρίσης που διατρέχουμε, για να διαπιστώσουμε πόσο το βιβλίο αυτό μας αφορά.


Μια κοινωνία ίσων ευκαιριών στην κατανάλωση και την εξουσία: οι γυναίκες όλων των κοινωνικών στρωμάτων και όλων των ηλικιών μπορούν να γίνουν πλούσιες και διάσημες, αρκεί να ξεγυμνωθούν μπροστά σε μια κάμερα και να συμπεριφερθούν σαν άνδρες, αλλά και όλοι οι άνδρες αυτής της κοινωνίας μπορούν να γίνουν πλούσιοι και διάσημοι, αρκεί να «απελευθερώσουν», να «απογυμνώσουν» με όλους τους τρόπους τις γυναίκες μπροστά τους…


Μια κοινωνία καθ’ όλα νόμιμη και ελεύθερη, που δεν έχει τίποτα να κρύψει, γιατί τα κάνει όλα στο φως της μέρας, σε κοινή θέα, ή κάτω από τα εκτυφλωτικά φώτα της δημόσιας νύχτας, σε πολυσύχναστα κέντρα της μόδας ή σε δημοφιλείς βραδινές εκπομπές. Μια κοινωνία χωρίς βία, αφού δεν έχει σώμα: που αντικαθιστά π.χ. τη σκληρότητα της φράσης «ομαδικός βιασμός» με το ανώδυνο αγορίστικο παιχνιδιάρικο όρο “gang bang”. Μια κοινωνία, τέλος, που αναδίδει ανατριχιαστικές σιωπές, παρά τον θόρυβο των δημόσιων λόγων της: τις σιωπές των σωματικών ποινών, του φυλετικού μίσους, αλλά και των δεκατετράχρονων κοριτσιών και αγοριών, που βιάζονται σε απόμακρες σκοτεινές γωνιές των καλοφωτισμένων επαρχιακών μας πόλεων ή μέσα στην ασφάλεια των παιδικών τους κρεβατιών, των γυναικών που λυγίζουν στην οικογενειακή βία, των παιδιών που ξυλοκοπούνται από τους γονείς και τους δασκάλους τους, για να μη μιλήσουμε για άλλες μορφές βίας, που δεν αφήνουν ορατά τα ίχνη τους στο σώμα.



Σιωπές που αντηχούν στη γλώσσα: στη μετάφραση του βιβλίου, η Νίκη Σταυρίδη μας υποδεικνύει ότι, τουλάχιστον στην ελληνική κοινωνία, με εξαίρεση την κλινική, αποστειρωμένη γλώσσα της γυναικολογίας, της ανδρολογίας, της σεξολογίας, δεν έχουμε ζωντανή γλώσσα να μιλήσουμε για τα σώματά μας, γυναικεία ή ανδρικά, που να μην είναι σεξιστική, που να μην είναι ιστορικά και κοινωνικά περιθωριοποιημένη. Αλλά, για να παραφράσουμε έναν μεγάλο γάλλο ιστορικό, αν δεν βρούμε τις λέξεις να υπερασπιστούμε την ίδια τη «σάρκα» αυτής της κοινωνίας, τη γυναικεία ή την ανδρική, πώς να υπερασπιστούμε τα δικαιώματά της;



Πηγή: avgi-anagnoseis.blogspot.gr

You may also like...

Leave a Reply